γράφ
γύρισμαν
δουλόπον
δέβα
δεβάζω
δει/δι
δείγω
έγκεν
εγροικώ
εύκαιρος
εκούιζα
εκρύφταν
έκσαμε
ελαυνω
ελέπω
εξίαν
ες
εσέγκα
έσυρεν
έτον
εφάθεν
ζατίμ
ζεγκίν
ζορίζ
ήμαρτα
θάμαν
ιμσά
ίναν
ίντιαν
ίσαμ
κα
κάθαν
καλατζεύνε
|
|
γράφει
επιστροφή
μικροδουλειά
πάνε
διαβάζω
δίνει
δίνω
έφερε
καταλαβαίνω
απρόσεκτος, επιπόλαιος
φώναζαν
κρύφτηκαν
ακούσαμε
θέτω σε κίνηση
βλέπω
χυθήκανε
έχει
έβαλα
τράβηξε
ήταν
φάνηκε
ούτως ή άλλως
πλούσιος
ζορίζει
συγγνώμη
θαύμα
τα μισά
έναν
όποιον
ίσαμε, έως, μέχρι
κάτω
κάθε
ομιλούνε
|