Μουσικά όργανα του Πόντου

Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιεί ο ποντιακός λαός είναι έγχορδα, όπως η λύρα, πνευστά, το αγγείο ή φλογέρα, και κρουστά, το νταούλι. Είναι όργανα παραδοσιακά που τα κατασκευάζουν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες. Είναι τα κυρίως μουσικά όργανα των Ποντίων. Αποκλειστικός συνοδός του τραγουδιού συχνά είναι η λύρα. Η λύρα, ο λόγος, και η μελωδία, δεμένα σφιχτά με το ρυθμό, μιλούν με τον πιο πειστικό τρόπο στην καρδιά του ποντιακού λαού. Δεν έχουν ανάγκη από επιπλέον καλλιτεχνική κάλυψη. Σπανιότερη είναι η χρήση άλλων οργάνων, όπως το κλαρίνο, το βιολί. Είναι προϊόντα της βιομηχανίας και τεχνολογίας και για τον ποντιακό λαό μουσικά όργανα "δάνεια", που σπάνια τα εισάγει στη μουσική του για να την ενισχύσει.

1. Λύρα:
ΚΕΜΕΝΤΖΈ, το βασικό μουσικό όργανο του Πόντου, περισσότερο διαδεδομένο στον Ανατολικό Πόντο και λιγότερο στον Δυτικό.

Όργανο ελληνικό....Λύρα έπαιζε ο Ορφέας λύρα και ο Δαυιήδ.....
  Η Ποντιακή λύρα είναι τρίχορδη.Φιαλόσχημη.Ο ήχος παράγεται με δοξάρι ή τοξάρι.Άταστο όργανο όπως και όλες  οι λύρες (πόλίτικη,κρητηκή).Κουρδίζεται σε διαστημά 4ης (λα-ρε-σολ) πάντα από την βαρύτονη προς την οξύτονη.  Ανάλογα το σκάφος αν θα είναι δηλαδή στενό η φαρδύ η λύρα παράγει και ανάλογο ήχο οξύ η βαρύ. Ο λυράρης πάντα προσαρμόζει το κούρδισμα του  στον τόνο του εκάστοτε τραγουδιστή.Οι λύρες (κατασκευαστικά) στην πατρίδα ήταν διαφορετικές.Ήταν οξύτονες και παίζανε σε ψηλότερες απο τις σημερινές εντάσεις.Ο ήχος τους οξύς και δυνατός επείδη δεν υπήρχαν τότε μηχανήματα παραγωγής και ενίσχυσης του ήχου.Οι λυράρηδες άλλωστε γι αυτό το λόγο περιφερόντουσαν στον κόσμο για να έχουν όλοι την δυνατότητα να ακούν.Οι λύρες κατασκευάζονται από διάφορα ξύλα όπως μουριά,δαμασκηνιά,καρυδιά,κέδρο.Το δοξάρι της ποντιακής λύρας από έλια διοτί τα κλαδιά της ελιάς είναι ανθεκτικά.Οι τρίχες του δοξαριού είναι παρμένες από ουρά αρσενικού αλόγου.
"Ποίσον λύραν κοκίμελον και τοξάρι ελέαν......."

 


2. Φλογέρα:
ΣΙΛΙΑΎΛΙ (χειλίαυλος) ή ΓΑΒAΛ, το χρησιμοποιούν σε κλειστούς χώρους ελλείψει άλλων οργάνων

Κι αυτό αρχαίο ελληνικό όργανο.Φτιαγμένο απο καλάμι.Στην επάνω πλευρά υπάρχει στόμιο όπου ο εκτελεστής τοποθετεί τα χείλη του και φυσά.Απαλά για να παίξει στην πρώτη οκτάβα και λίγο δυνατότερα για ανέβει μια οκτάβα.  Έχει 6 τρύπες.Η δυνατότητα εκτέλεσης κλιμάκων είναι περιορισμένη.Όργανο ποιμενικό-βουκολικό όπου συνεχίζει και παίζεται στις μέρες μας.


3. Ζουρνάς:
ΖΟΥΡΝΑΣ, Χρησιμοποιείται σε ολο τον Πόντο. Συνήθως σε ανοιχτούς χώρους λόγω της μεγάλης ηχητικής έντασης. Το βασικό όργανο στον Δυτικό Πόντο.

Η οικογένεια των οργάνων τύπου όμποε, με διπλό γλωσσίδι, στην οποία ανήκει και ο ζουρνάς τεκμηριώνεται στον ελλαδικό χώρο ήδη από τους ομηρικούς χρόνους με την παρουσία του αυλού του κατεξοχήν πνευστού οργάνου της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Πόσο δεμένος με την ζωή του λάου εξακολουθούσε να είναι ο αυλός στα μετέπειτα βυζαντινά χρόνια, μαρτυρούν τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που καταδικάζουν με δρυμήτητα την ολέθρια επίδραση του στο χαρακτήρα και το ήθος των χριστιανών. Τέλος φιλολογικές και εικονογραφικές πηγές μαρτυρούν την παρουσία του ζουρνά στους νεότερους χρόνους.

. Αποτελείται από τρία μέρη και έχει έκταση μία οκτάβα και δύο φθόγγους. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη  και κατασκευάζεται από διάφορα είδη ξύλου. Λέγεται και καραμούζα ή πίπιζα.


4. Νταούλι:
ΤΑΟΥΛ, όργανο συνοδείας του Ζουρνά και του Αγγείου (σπανίως της λύρας)

.Το νταούλι ανήκει στην κατηγορία τουν κρουστών οργάνων.Όργανο που συνοδεύει όλα τα παραπάνω σολιστικά όργανα και παράγει χτύπους ανάλογους του ρυθμού που εκτελείτε ι από το σολιστικό όργανο.Απότελείτε από το κυρίως όργανο και 2 ξύλινες βέργες.Το κυρίως όργανο είναι κατασκευασμένο από ξύλο καρυδίας.Λέγεται στεφάνι.Σχήμα κυκλικό.Εκεί πάνω πιάνονται και προσαρμόζονται τα δέρματα δεξιά και αριστερά του στεφανιού.Είναι ενωμένα μεταξύ τους με σχοινί για να μπορεί ο εκτελεστής να τα τεντόνει δίοτι τα δέρματα χαλαρώνουν από τις χαμηλές θερμοκρασίες η ακόμα και την υγρασία.Οι βέργες φτιαγμένες από ξύλο είναι διαφορετικές μεταξύ τους.Η μία είναι χοντρή ενώ η δεύτερη πολύ λεπτή.Κι αυτό για να παράγεται διαφορετικός ήχος.Ανάλογα αν ο εκτελεστής είναι αριστερόχειρας η δεξιόχειρας κρατάει την χοντρή βέργα (το κοπάλ).Η χοντρή βέργα τονίζει τις θέσεις του ρυθμού.Η λεπτή βέργα παράγει ήχο οξύ και την χτυπάει ο εκτελεστής στην άρση του μέτρου


5. Τουλούμ
ΤΟΥΛΟΎΜ ή ΑΓΓΕΙΟ, χρησιμοποιήθηκε περισσότερο στον Ανατολικό Πόντο

Όργανο με αρχαίες καταβολές κι'αυτό.Αγγείο η γκάιντα.Όργανο της οικογένειας των πνευστών.Κατασκευασμένο απο δέρμα ζώου (πρόβατο) και ξύλο.Παιζόταν κυρίως στην περιοχή της Ματσούκας.Από 3 βασικά μέρη αποτελείτε. Το στόμιο φτιαγμένο από ξύλο το οποίο είναι η οδός διοχέτευσης αέρα.Το δέρμα όπου λειτουργεί σαν θάλαμος και συγκρατεί τον αέρα.Και στην κάτω πλευρά του οργάνου στην τελευταία άκρη του τα "τσιμπόνια".Είναι σαν μικρές φλόγερες 2 στον αριθμό κουρδισμένες στον ίδιο τόνο όπου εκεί τοποθετούνται τα χέρια του εκτελέστη του οργάνου και παράγεται η μελωδία.Ο ήχος του οξύς και δυνατός.Το αγγείο τοποθετείτα κάτω από την αμασχάλη και πιέζετε ελάφρα με τον αγκώνα για να παράγεται ο ήχος, ενώ ο εκτελεστης του οργάνου φυσά διακεκομένα όσο για να υπάρχει αρκετός αέρας μέσα σ'αυτό και να μπορεί να παράγει ήχο.


6. Κεμανές
ΚΕΜΑΝΕΣ , Φιαλόσχημη λύρα με συμπαθητικές χορδές,Ελλήνων απο τα Φάρασα Καπποδοκίας. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν

Ο Κεμανές ή η Κεμανή είναι κατά γενική ομολογία ένα από τα ομορφότερα σε ύφος και χρώμα όργανα της Ανατολής. Έχει 8 χορδές. Τέσσερις βασικές και τέσσερις συμπαθητικές.Τον συναντάμε σε διάφορες μορφές-σχήματα, ανάλογα με την εποχή λ.χ (προβυζαντινή - Βυζαντινή - μεταβυζαντινή - Αναγέννηση - 18ος αιώνας - 19ος αιώνας).Η εξέλιξη του είναι αντιστρόφως ανάλογη των σημερινών κεμανέδων, με τις συμπαθητικές χορδές, καθώς και το ύφος των τραγουδιών, αλλά και την τεχνική κουρδίσματος και παιξίματός του. Ο Ποντιακός κεμανές δέ διαφέρει από αυτόν της Καππαδοκίας καθώς είναι ίδια όργανα σε ύφος, κούρδισμα και παίξιμο. Οι σκοποί πολλές φορές είναι ίδιοι, π.χ Καρσιλαμάδες, αμανέδες, κ.α

 


7.Κλαρίνο
ΚΛΑΡΙΝΟ, Το κλαρίνο ώς λαϊκο μουσικό όργανο έρχεται στην Ελλάδα γύρο στα μέσα του 19ου αιώνα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά στην περιοχή του Κάρς.

Το κλαρίνο ως μουσικό όργανο έρχεται από την Τουρκία στην Ελλάδα , με τους Τουρκόγυφτους, γύρω στο 1835. Πρωτοεμφανίζεται στην Β. Ελλάδα, την Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία απ’ όπου προχωρεί προς τα κάτω. Μαζί, αρχικά με το βιολί και το λαγούτο και αργότερα και με το σαντούρι αποτελούν το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό συγκρότημα, που αντικαθιστά σταδιακά την πατροπαράδοτη ζυγιά νταούλι-ζουρνά. Τα κλαρίνα που χρησιμοποιούν σήμερα οι λαϊκοί οργανοπαίχτες είναι σε ντο. Παλιότερα όμως έπαιζαν κλαρίνα σε μι μπεμόλ, όπως και σε σι μπεμόλ. Επίσης έφτιαχνα και ντόπια κλαρίνα , με λίγα όμως κλειδιά. Σήμερα όμως όλα τα κλαρίνα που παίζονται στην Ελλάδα έρχονται από το εξωτερικό.
Το κλαρίνα αποτελεί το τελευταίο μεγάλο σταθμό στην πορεία της οργανικής μουσικής στα νεοελληνικά αερόφωνα. Την εποχή που εμφανίζεται το κλαρίνο το δημοτικό τραγούδι έχει κλείσει ουσιαστικά το δημιουργικό του κύκλο. Χάρη στις μεγάλες τεχνικές και εκφραστικές του δυνατότητες το κλαρίνο παίρνει γρήγορα την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα. Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο και γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο της ηπειρώτικής Ελλάδα. Με το κλαρίνο η δημοτική ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της οργανικής μουσικής.
Στόχος κάθε κλαριτζή είναι η επεξεργασία του δημοτικού μέλους. Πως θα ξεμπολιάσει, δηλ., με όσα περισσότερα μπορεί μουσικά στολίδια τους φθόγγους ενός δημοτικού τραγουδιού. Στα στολίδια αυτά και το δεξιοτεχνικό τρόπο με τον οποίο παίζονται, οφείλει τη λάμψη της η τελευταία περίοδο πού αναφέρουμε πιο πάνω. Στα ίδια αυτά στολίδια οφείλει και την αλλαγή της φυσιογνωμία της η δημοτική μελωδία.
 


8. Ούτι
ΟΥΤΙ, Παίζεται σόλο η με άλλα όργανα στην μουσική παράδοση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά ώς συνοδία με άλλα μουσικά όργανα στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν.

Έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο δημοφιλές στους ανατολικούς λαούς, και ιδιαίτερα στους Άραβες και τους Τούρκους. Η ονομασία του προέρχεται από το αραβικό al oud= ξύλο. Έχει πέντε διπλές εντέρινες χορδές και ηχείο σε σχήμα αχλαδιού. Χορδίζεται σε διάστημα τόνου. Παράγει ήχο με κνησμό των χορδών με ειδικό φτερό.Το ούτι έχει μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, κοντό και φαρδύ χέρι χωρίς μπερντέδες, κεφαλή που σχηματίζει σχεδόν ορθή γωνία με το χέρι και κλειδιά απ’ τα πλάγια και παίζεται με πένα. Έχει συνήθως πέντε διπλές χορδές, στερεωμένες στον καβαλάρη πάνω στο καπάκι , κουρντισμένες κατά τέταρτες, εκτός από την βαρύτερη χορδή που κουρντίζεται σε διάστημα τόνου από την επόμενη. Στην κατασκευή ακολουθεί την ίδια διαδικασία με το λαούτο.
Το ούτι αν και το συναντάμε στον Ελλάδα, παίζεται σε περιορισμένη κλίμακα. Ούτι έπαιζαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας και της Κωνσταντινούπολης. Μετά την καταστροφή του ’22 και την ανταλλαγή των πληθυσμών το ούτι χρησιμοποιήθηκε και στον ελλαδικό χώρο.


9. Βιολί
ΒΙΟΛΙ, To Βιολί ώς λαϊκό μουσικό όργανο, επισημαίνεται στην Ελλάδα ήδη από τον 17ο αιώνα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά ώς συνοδία με άλλα μουσικά όργανα στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν.

Το βιολί, ως λαϊκό όργανο για την εκτέλεση της έντεχνης μουσικής, φτιάχνεται στην Ελλάδα με τα δυτικά πρότυπα. Ως λαϊκό όργανο είχε και παλιότερα και συμπαθητικές χορδές. Επίσης, κουρντιζόταν και αλά τούρκα ή σε χαμηλό ντουζένι και παιζόταν από πολλούς κρατημένο στο αριστερό μηρό, όπως η λύρα. Σήμερα, κουρντίζεται γενικά κατά πέμπτες, παίζεται κρατημένο στον ώμο και σπάνια έχει συμπαθητικές χορδές. Ο γνήσιος λαϊκός βιολιστής, απλώς ακουμπάει το βιολί στον ώμο του, χωρίς όμως και να το πιέζει με το σαγόνι του, όπως γίνεται στους βιολιστές της έντεχνης μουσικής. Στο λαϊκό μουσικό, το κράτημα του βιολιού γίνεται ουσιαστικά με το καρπό του αριστερού χεριού. Αυτό, όμως, υποχρεώνει το βιολιστή σ’ ένα συγκρατημένο και κάπως αραιό βιμπράτο, που περιορίζεται σε λίγες νότες. Η μελώδια παίζεται συνήθως στις δυο υψηλότερα κουρντισμένες χορδές μι και λα. Οι δυο άλλες, ρε και σολ, κρατούσαν παλιότερα το ίσο. Από την τεχνική του δοξαριού, ο λαϊκός βιολιστής χρησιμοποιεί κυρίως τις χωριστές δοξαριές, κάθε νότα δηλ. και μια δοξαριά. Στο παίξιμο του δεν χρησιμοποιεί ολόκληρο το δοξάρι, αλλά το μισό, δηλ. από τη μέση περίπου προς την κορφή και ιδιαιτέρα το τελευταίο τρίτο του δοξαριού και αγνοεί τις διπλές νότες, τις οκτάβες, το στακάτο κτλ.
Το βιολί, ως μελωδικό όργανο το συναντάμε και στα δυο οργανικά λαϊκά σύνολα, την κομπανία και τη νησιώτικη ζυγιά. Στο πρώτο, με πολύ μικρότερη προβολή, γιατί το κυρίως μελωδικό όργανο είναι το κλαρίνο, ενώ στο δεύτερο ως βασικό μελωδικό όργανο. Στη νησιώτική ζυγιά σήμερα το βιολί είναι το μοναδικό μελωδικό όργανο, γιατί ο ρόλος του λαούτου είναι καθαρά συνοδευτικός.
Η παρουσία του βιολιού, ανάμεσα στα λαϊκά όργανα επισημαίνεται από παλιά, τόσο από ελληνικές φιλολογικές

 

          ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ & ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ : ΑΚΡΙΤΕΣ ΣΕΡΡΩΝ -2007-